Μια πρώτη γνωριμία με τον αντιδραστικό Διανοούμενο Nicola Gomez Davila.
Αρκετά ειπώθηκαν µε σκοπό να υποδείξουν τον πλούτο των δώρων που θα μπορούσε να αναμένει κανείς, αν η οµάδα των αναχωρητών που ίππευε δράκοντες και μονόκερους προσγειωνόταν στις αχτές μας.
Τίποτα δεν είναι πιο προφανές από το ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι το ίδιο ανατρεπτικός όσο και ο μαρξισμός. Η υλιστική άποψη της ζωής στην οποία και τα δύο συστήματα βασίζονται είναι πανομοιότυπη.
Σώπα! Ὧρες-ὧρες, δὲν ἀκοῦς, βαθιὰ ἀπ᾿ τὸ περβόλι; Θρηνοῦν οἱ ἀγροτικοὶ θεοὶ τὴν πράσινή τους σκόλη, γιὰ εἶν᾿ οἱ φλογέρες ποῦ γλυκὰ λαλοῦν ἡ μιὰ στὴν ἄλλη; (Στὶς στέρνες εἶναι ἡ ὄψη σου, Χινόπωρο, καὶ πάλι!) Ὡστόσο χτὲς -ἡ ξαστεριὰ δὲ μ᾿ εἶχε ξεπλανέσει- τὸν εἶδα: δρόμο γύρευε στῶν ἀμπελιῶν τὴ μέση: τὸ μαδημένο του ἔτρεμε στὴ ράχη τὸ τομάρι, κι ἐστάθη· ἀπάνω χάραζε καλόβουλο φεγγάρι. Ξάφνω, τ᾿ αὐτὶ ἔστησε μακριά, στὴν αὔρα ποὺ διαβαίνει, μ᾿ ἀκοὴ καὶ μάτια μίαν ἠχὼ ζητώντας νεκρωμένη. Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ νυχτιὰ στὴν παγωνιὰ μουδιάζει. Κι εὐτὺς τὴ σύριγγά του ἁρπάει, στὰ χείλη του τὴ βάζει... Παράτονος, μὰ γλυκερός, μῖσος πνιχτὸ στὰ γέλια, ὁ ξωτικὸς σκοπὸς κακὸ φυσοῦσε ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια, γοερὸς σκοπός, καὶ σκόρπισεν ἄγνωρη ἀνατριχίλα... Μὰ νὰ χορέψουν σήκωσε τὰ πεθαμένα φύλλα!
Το πορτραίτο του σύγχρονου κόσμου σύμφωνα με τον Evola και τον Davila.
Η πρόοδος φυσικά, έχει επέλθει στο υλικό πεδίο, έχοντας βελτιώσει αξιοσημείωτα τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουμε για αυτά είναι η "πνευματική μιζέρια" και όπως συμπεραίνει ο Gomez " το κόστος της προόδου είναι η παροχή του πλήθους των ανόητων". Όταν υπάρχει δράση, η αντίδραση πρέπει να είναι η απάντηση. Η τεχνική πρόοδος ως εκ τούτου είναι ένα δίκοπο μαχαίρι.
Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης – να τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε το σπαθόχορτο που θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα πάντα μυστηριώδη και ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και η θάλασσα, αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας. Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και παραγωγική μορφή εργασίας. Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό τις πιο πολύτιμες ώρες της ημέρας. Ήμουν πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα. Και δε μετανιώνω που δε σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι ή στην έδρα του δασκάλου. Όμως από τότε που έφυγα μακριά από τις όχθες αυτές, οι ξυλοκόποι ενέτειναν το καταστροφικό τους έργο κι έτσι για πολλά χρόνια δε θα μπορώ πλέον να περιπλανιέμαι μέσα στα πυκνά δάση που υπήρχαν κάποτε εδώ, σταματώντας πού και πού στα λιγοστά ξέφωτα από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις την επιφάνεια της λίμνης. Η Μούσα μου δικαιολογείται να σωπαίνει από εδώ και πέρα. Πώς να περιμένεις από τα πουλιά να τραγουδήσουν όταν έχουν χαθεί τα περιβόλια τους;
[...] Κατά κανόνα, οι βοσκότοποι περιελάμβαναν εκτάσεις, μεγάλες ή μικρές, οι οποίες κι αυτές είχαν τα δικά τους στοιχεία για τη διατροφή τ...